Επιλογή Σελίδας

Του Δημήτρη Μουρτζούχου, Πολιτικού Μηχανικού, Πανεπ. Πατρών.

Ο Ludwig Maria Michael Mies γεννήθηκε στο Aachen της Γερμανίας το 1886 και ήταν ο μικρότερος από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας. Γύρω στο 1920 πρόσθεσε στο επώνυμό του και το πατρικό επώνυμο της μητέρας του, Rohe, συνοδευόμενο από το πρόθεμα “van der”. Οι φίλοι του και οι συνεργάτες του όμως, τον φώναζαν “Mies”.Κι όμως, ο άνθρωπος που σήμερα θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους αρχιτέκτονες του 20ου αιώνα, δεν σπούδασε ποτέ αρχιτεκτονική.

Ήταν όμως άνθρωπος πρακτικός παρά θεωρητικός. Από πολύ νέος, δούλευε μαζί με τον πατέρα του ο οποίος ήταν χτίστης πέτρας και στη συνέχεια δούλευε σε μια εταιρία εμπορίας οικοδομικών υλικών. Έτσι είχε αποκτήσει από πολύ νωρίς γνώση για τα υλικά και τους τρόπους κατασκευής. Το 1905, στα δεκαεννέα του χρόνια αποφασίζει να μετακομίσει στο Βερολίνο και σύντομα αρχίζει να δουλεύει για τον διάσημο σχεδιαστή επίπλων, αρχιτέκτονα Bruno Paul.

Ένα χρόνο αργότερα αναλαμβάνει την πρώτη του δουλειά ως αρχιτέκτονας. Ο καθηγητής φιλοσοφίας Alois Riehl του αναθέτει το σχεδιασμό της κατοικίας του. Ο Riehl έμεινε τόσο ευχαριστημένος από τον Mies και από το τελικό αποτέλεσμα του σπιτιού του, που τον προσκάλεσε και τον σύστησε στον κύκλο των φίλων του, πολλοί από τους οποίους αργότερα έγιναν και πελάτες του. Το 1908 ο Mies ξεκίνησε συνεργασία με τον διασημότερο γερμανό αρχιτέκτονα εκείνης της εποχής, τον Peter Behrens. Το 1912 άνοιξε το δικό του αρχιτεκτονικό γραφείο.

Ο Mies πάντα εντυπωσίαζε τους πελάτες του με τον ήρεμο, σεμνό και γεμάτο αυτοπεποίθηση χαρακτήρα του. Ο ίδιος αγαπούσε το καλό ντύσιμο, κάπνιζε ακριβά πούρα και γενικά ήξερε να κάνει «καλή ζωή». Όλα αυτά όμως κόστιζαν και έτσι μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1920 αναλάμβανε το σχεδιασμό και την κατασκευή νεοκλασικών εξοχικών για τους πελάτες του. Αυτά τα σπίτια ήταν καλοχτισμένα, πολύ προσεγμένα σε όλες τις λεπτομέρειες όμως εντελώς αντίθετα από τα δικά του πιστεύω περί σχεδιασμού και αρχιτεκτονικής. Τελικά, αφού είχε αποκτήσει οικονομική άνεση και «σημαντικό όνομα», άρχισε να σχεδιάζει κτίρια που χαρακτήριζαν την προσωπικότητά του. Το 1926 σχεδίασε ένα συγκρότημα κατοικιών στην οδό Afrikanische, στο Βερολίνο, που εντυπωσίαζε για την απλότητά του. Το 1929 σχεδίασε ένα από τα σημαντικότερα έργα του το “Barcelona pavilion” για το οποίο ο Peter Behrens είχε δηλώσει ότι ίσως είναι το ομορφότερο κτίριο του 20ου αιώνα. Η καινοτομία που εισήγαγε αυτό το κτίριο ήταν ότι η οροφή του στηριζόταν σε λεπτεπίλεπτες μεταλλικές κολώνες και τα χωρίσματα ήταν κατασκευασμένα από γυαλί και μάρμαρο και μπορούσαν να μετακινηθούν ελεύθερα αφού δεν ήταν μέρος του φέροντος οργανισμού.

Το 1930 έγινε διευθυντής της πασίγνωστης σχολής Bauhaus School of Art, η οποία δύο χρόνια αργότερα έκλεισε για πολιτικούς λόγους. Στη δεκαετία του ’30, λόγω της οικονομικής και πολιτικής κατάστασης στη Γερμανία, κανένα από τα σχέδια του Mies δεν κατασκευάζεται. Τελικά, το 1937 μετακομίζει στις Η.Π.Α. Εκεί, συνεχίζοντας την ήδη λαμπρή καριέρα του, καθιερώνεται ως ειδικός στο σχεδιασμό ψηλών κτιρίων (ουρανοξύστες). Από το 1938 έως το 1958 είναι ο επικεφαλής του τμήματος αρχιτεκτονικής του Ινστιτούτου Τεχνολογίας του Ιλινόις (ΙΙΤ).Το δυνατό του σημείο ήταν ότι είχε την αίσθηση του στατικού φορέα. Πάντα τον αναδείκνυε και πάντα φρόντιζε να είναι μέρος της αρχιτεκτονικής του. Χαρακτηριστικό των κατασκευών του ήταν ο μινιμαλιστικός σχεδιασμός και ο συνδυασμός χάλυβα και γυαλιού.Το 1962 κλήθηκε να σχεδιάσει την «New National Gallery» στο Βερολίνο, ένα έργο διαχρονικό που ακόμα και σήμερα είναι πρωτοποριακό και μοντέρνο όσο και τα νέα κτίρια που βρίσκονται γύρω του. Ήταν το έργο με το οποίο η καριέρα του ολοκληρώθηκε. Ο Mies γύρισε πολλές φορές στο Βερολίνο κατά τη διάρκεια της κατασκευής του έργου αυτού, όμως δεν μπόρεσε να παραστεί στα εγκαίνια το 1968. Ο Mies απεβίωσε το 1969 σε ηλικία 83 ετών, αφήνοντας μια σημαντική κληρονομιά στην παγκόσμια αρχιτεκτονική.

error: Content is protected !!