Επιλογή Σελίδας

Της Μανίνας Ζουμπουλάκη

Δεν εννοώ ότι όποιος είδε το «Άβαταρ» πήγε κι αγόρασε μπλε κιλίμι σε total look (με το στρέμμα). Είναι συνηθισμένο να παθαίνεις πλάκα με κάποια ταινία και να τσιμπάς στοιχεία από το ντεκόρ της για το τσαρδί σου. 

Πολύ θα ήθελα να είχα κολλήσει πρώτα-πρώτα με το «Breakfast at Tiffany’s», την ταινία που καθιερώνει την έκφραση «when in doubt, go glam»: όλα, από τα ψηλοτάβανα διαμερίσματα του Μανχάταν μέχρι το σούπερ-εναλλακτικό διαμέρισμα της Χόλι, κάνουν το «Breakfast» μια ταινία με τρομερή άποψη στο ντεκόρ της. Το γαλάζιο χρώμα του κοσμηματοπωλείου Tiffany’s, οι κρυστάλλινοι πολυέλαιοι, τα παστέλ-μετά-Σίξτις έπιπλα, τα βελούδα και το σομόν-με-διακριτικές-φούντες-παντού «άνθισαν» σε χιλιάδες αμερικάνικα σπίτια από το 1961 μέχρι σήμερα.

Ωραία ως εδώ. Μόνο που, αν έχεις μεγαλώσει στην Ελλάδα στις δεκαετίες του ’60, ’70 και ’80… έχεις δει το «Μια τρελή τρελή οικογένεια» περισσότερες φορές από το «Breakfast at Tiffany’s» – οι πιθανότητες να πόθησες κάποτε τον καναπέ της Πάστα Φλώρας για το σαλόνι σου π.χ. είναι πολλές, χωρίς να μπορείς να πεις το ίδιο για το «Breakfast» (το λες, αλλά μόνο από ψωνίαση ή για να παπαριάζεις τον κόσμο…). Η Χόλι Γκολάιτλι είχε έναν καναπέ-μπανιέρα, φτιαγμένο από μια κανονική άσπρη μπανιέρα κομμένη στη μέση. Προχωρημένο σχέδιο, απλώς δεν σου πέρασε στιγμή από το μυαλό… ή μπορεί να μην πέρασε από το δικό μου. (Το ψυγείο-παπουτσοθήκη της Χόλι, από την άλλη, εξακολουθεί να είναι τέλεια ιδέα…).  

Τελοσπάντων, το «Breakfast at Tiffany’s» μου φαίνεται πολύ γκλαμουράτο για να το βάλω στο σπίτι. Στις αρχές του ’80 θυμάμαι να ζηλεύω τα σκηνικά του «Blade Runner» (Ridley Scott) – για κάμποσα χρόνια, προ παιδιών-σκυλιών, ζούσα σε σπίτια που έμοιαζαν σαν να είχανε βγει από την ταινία: υπερτσαλακωμένα ημι-σκότεινα διαμερίσματα, μπαρουτοκαπνισμένα, με νικοτινιασμένους τοίχους και σινεφίλ φωτισμούς (βλέπε: μποκού καμένες λάμπες). Ντάνες με εφημερίδες στα πατώματα, στοίβες περιοδικών – η μοναδική επένδυση που έκανα για μια δεκαετία όσον αφορά το χώρο ήταν τα φωτιστικά: έπρεπε να είναι «κάπως», βασικά λάμπες δαπέδου, οπωσδήποτε με dimmer, με μεταλλικές βάσεις. Κάτι ανάμεσα σε λαμπατέρ και Γλόμπο, βοηθό του Κύρου Γρανάζη. Η χρονιά της ταινίας είναι το 2019… που έρχεται όλο και πιο κοντά μας, ήδη ανασαίνει στο σβέρκο μας με ανθρώπινες ρέπλικες ή άνευ.

Μερικά χρόνια αργότερα έπεσα από τη μελλοντολογία του «Blade Runner» στη χλιδή-με-ακόμα-περισσότερες-φούντες του «Τελευταίου αυτοκράτορα» του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι: μιλάμε για το ’87, όταν ακόμα δεν υπήρχε ίχνος «κινέζικου» στην Ελλάδα. Σκοτωνόμασταν σε τίποτα ταξίδια στο Παρίσι να αγοράσουμε κινέζικες παντόφλες, τραπεζομάντιλα με σταμπωτά χρυσάνθεμα και τα κλασικά (πλέον) κινέζικα φαναράκια με τις χρυσές ή κόκκινες (ε, ναι) φούντες. Ονειρευόμουν ένα κιμονό κρεμασμένο στον τοίχο σαν ταπισερί, α-λά Απαγορευμένη Πόλη στο πιο τσέτουλο. Σε κάποια αμερικάνικη αγορά βρήκα ακριβώς ένα τέτοιο κιμονό, ψιλο-άθλιο, κουρελαρί εντελώς, αλλά από γυαλιστερό φοδρέξ ύφασμα με δράκους. Εννοείται ότι το έκοψα μάνι-μάνι και το κάρφωσα σ’ έναν τοίχο, να σκεπάζει κάτι υγρασίες τεράστιες σαν τη μητέρα Κίνα.

Όλα αυτά, όπως είπαμε, προ παιδιών/σκυλιών και βασικά προ δεσμών/συζύγων: οι άντρες έχουν ένα ταλέντο να σε προσγειώνουν στην αδυσώπητη πραγματικότητα. Να σου δείχνουν με μια φράση ότι αυτό που εσύ βλέπεις σαν σκηνικό του Μπερτολούτσι δεν είναι παρά μια μπαγιάτικη φόδρα. Από το ’87 ως το ’91, που έμενα σε διαμερίσματα στολισμένα αφενός με το σινεφίλ ημίφως του «Blade Runner» αφετέρου με το κιμονό του «Τελευταίου αυτοκράτορα», συν κάποια φουντωτά φανάρια, χρυσά σου-βερ και μαδημένα πορφυρά ριχτάρια… κανένας δεν είχε το πάτημα του νοικοκύρη ώστε να μου βάλει χέρι για τις κινηματογραφικές μου σάχλες.

Μέχρι την αποφράδα μέρα που κάποιος άντρας μού είπε: «Αυτή τη ρόμπα γιατί την έχεις στον τοίχο; Του παππού σου είναι;». «Όχι! Του “Τελευταίου Αυτοκράτορα”!» διαμαρτυρήθηκα. Είχαν περάσει χρόνια από την επιτυχία της ταινίας (εννέα όσκαρ, ούτε ένα, ούτε δύο!). Ήμασταν πλέον στα nineties, τα κινηματογραφικά σαλόνια ήταν μαυρόασπρα, μίνιμαλ, με ευθείες γραμμές και έργα Τέχνης που δεν έμοιαζαν με έργα Τέχνης στους τοίχους. Οι επιρροές στο ντιζάιν ήταν εντελώς άλλες, ούτε που θυμάμαι ποιες. Πάντως ο «Αυτοκράτορας» δεν έπαιζε με την καμία. Ξήλωσα το «κιμονό» από τον τοίχο αναγκαστικά στην επόμενη μετακόμιση. Ή στον επόμενο γκόμενο.

Πριν λίγο καιρό διάβασα ένα άρθρο για το πόσο επηρέασε το μιούζικαλ «Μamma mia!» τη βιομηχανία λευκών ειδών σε όλο τον κόσμο, τα υφάσματα επιπλώσεων, σεντόνια, τραπεζομάντιλα και χαλάκια: έβρισκες παντού το 2008 «shabby chic» με φολκλόρ αιγιο-πελαγίτικα μοτίβα – και τα βρίσκεις ακόμα, όχι σαν παλιατσαρίες αλλά σαν προ-τελευταία-λέξη-της-μόδας. Γιατί η ντιπ-τελευταία λέξη της μόδας είναι το Cowboy style, ακόμη-πιο-shabby-chic (μπότες, σπιρούνια, καυτές σέλες, κιλίμια, γελαδοτόμαρα, ινδιάνικα μοτίβα κ.λπ.). Η ταινία που τα ξανάφερε στη μόδα όλα αυτά τα βουκολικά ήτανε λέει το περσινό «True Grit». Αλλά για μένα η «Άγρια συμμορία» (Σαμ Πέκινπα, 1969) είναι η αληθινή επιρροή: όταν την είδα στις αρχές του ’70 ήμουν στο τσακ να γδάρω μια αγελάδα μέσα στο σαλόνι… ευτυχώς έμενα ακόμα στο πατρικό και κανένας από την οικογένεια δεν τα σήκωνε αυτά. Η μία ενδιαφέρουσα κινηματογραφική μόδα που μου ξέφυγε τότε, ορίστε που επιστρέφει δριμύτερη φέτος: never say never again…

Πηγή AthensVoice

error: Content is protected !!